αγαντάρω

1. πιάνομαι γερά από κάτι
2. συλλαμβάνω
3. βοηθώ, ενισχύω κάτι
4. υπομένω, αντέχω
5. (προστ.) αγάντα
α) πιάσε, κράτησε, στήριξε
β) άντεχε, υπόμενε, βάστα
γ) επίρρ. εμπρός με όλη τη δύναμη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. agguantare (= συλλαμβάνω).
ΠΑΡ. το ουσ. αγάντα από την προστακτ. αγάντα < ιταλ. agguanta (= κράτησε, άντεχε, βάστα)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αγαντάρω — αγαντάρω, αγάνταρα και αγαντάρισα, αγανταρισμένος βλ. πίν. 53 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αγαντάρω — (λ. ιταλ.), αγάνταρα και αγαντάρισα, πιάνω ή πιάνομαι καλά, κρατώ γερά: Τον έχει αγαντάρει γερά και δεν μπορεί να φύγει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγάντα — η [αγαντάρω] 1. το σημείο απ’ όπου μπορεί κανείς να κρατηθεί, π. χ. «κάνε αγάντα», βαστήξου 2. πάσσαλος ή κρίκος όπου δένεται το σκάφος …   Dictionary of Greek

  • μούντζα — και μούτζα και μούζα, η (Μ μούντζα και μούτζα και μούζα) καπνιά, μουντζούρα νεοελλ. 1. κηλίδα, μελανιά 2. επίχριση τού προσώπου κάποιου με μουντζούρα για εξευτελισμό 3. υβριστική χειρονομία με προτεταμένη την παλάμη και ανοιχτά τα δάχτυλα, αλλ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.